τινάζω

τινάζω
τινάσσ||ω (αόρ. (ε)τίναξα) μετ.
1) трясти, встряхивать; 2) вытряхивать, выбивать (ковёр и т. п.); 3) отряхивать, стряхивать (снег и т. п., тж. перен. ); 4) бросать, метать; кидать; выбрасывать;

τινάζω ψηλά — взметать, взрывать (снег, песок и т. п.);

§ τα τίναξε он испустил дух;

τινάζω τα μυαλά μου (στον αέρα) — пускать себе пулю в лоб;

αυτός είναι να τινάζεις τον γιακά σου — он очень скверный человек;

τινάζω στον αέρα — взорвать, поднять на воздух;

τινάζομαι

1) — стряхивать с себя;

2) подскакивать, вскакивать (с места);
3) трястись (в экипаже); 4) быть выброшенным;

τινάζομαι ψηλά — взметнуться (о пыли, снеге и т. п.);

§ τινάζομαι στον αέρα — взрываться, взлетать на воздух


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "τινάζω" в других словарях:

  • τινάζω — τινάζω, τίναξα βλ. πίν. 23 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • τινάζω — τινάσσω, Ν ΜΑ, και λόγιος τ. τινάσσω Ν 1. κινώ κάτι με μεγάλη δύναμη, κλονίζω, τραντάζω (α. «νεραντζούλα φουντωμένη, πού ναι τ άνθη σου, φύσηξε βοριάς κι αέρας και τά τίναξε», δημ. τραγούδι β. «αὐτὰρ ἔνερθε Ποσειδάων ἐτίναξε γαῑαν ἀπειρεσίην», Ομ …   Dictionary of Greek

  • τινάζω — τίναξα, τινάχτηκα, τιναγμένος 1. σείω, κλονίζω, τραντάζω: Τινάζω το δέντρο να πέσει καρπός. 2. αποδιώχνω: Τινάζω το χιόνι από το γιακά. 3. χτυπώ κάτι για να φύγει η σκόνη ή ό,τι άλλο υπάρχει: Τινάζω το χαλί και το τραπεζομάντιλο. 4. εκσφενδονίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αεροτινάζω — τινάζω κάποιον στον αέρα …   Dictionary of Greek

  • γυροβολιάζω — τινάζω τον αντίπαλο στην πάλη στο έδαφος …   Dictionary of Greek

  • ανατινάζω — (Α ἀνατινάσσω) νεοελλ. τινάζω στον αέρα, γίνομαι αίτιος έκρηξης αρχ. 1. τινάζω προς τα επάνω 2. πάλλω, σείω, ταρακουνώ …   Dictionary of Greek

  • εκτινάσσω — (AM ἐκτινάσσω) τινάζω μακριά, προς τα έξω, ξετινάζω, αποβάλλω με τίναγμα μσν. 1. αντικρούω 2. εξαλείφω 3. τρέμω αρχ. μσν. απομακρύνω, απωθώ αρχ. 1. σείω δυνατά για να καθαρίσω, τινάζω 2. αναγκάζω να βγει 3. αναζητώ επίμονα 4. (αμτβ.) ταράζομαι… …   Dictionary of Greek

  • προστινάσσω — και δωρ. τ. ποτιτινάσσω Α [τινάσσω] 1. τινάζω κάτι προς το μέρος κάποιου 2. τινάζω κάτι ακόμη μια φορά …   Dictionary of Greek

  • Idiom — This article is about phrases with figurative meaning. For other uses, see Idiom (disambiguation). Idiom (Latin: idioma, special property , f. Greek: ἰδίωμα – idiōma, special feature, special phrasing , f. Greek: ἴδιος – idios, one’s own ) is an… …   Wikipedia

  • -γος — [ΕΤΥΜΟΛ. Κατάληξη συνθέτων στερητικών επιθέτων με παθητική σημασία που δηλώνουν εκείνον που δεν έχει πάθει ό,τι εκφράζει το ρήμα. Το επίθημα σε γος εμφανίστηκε αρχικά σε επίθετα προερχόμενα από ουσιαστικά ή ρήματα που έχουν το γ στο θέμα τους… …   Dictionary of Greek

  • άλλομαι — ἅλλομαι (Α) 1. (για έμψυχα και άψυχα) αναπηδώ, σκιρτώ, τινάζομαι 2. υπερβαίνω, υπερπηδώ 3. (για ήχο) ξεπηδώ, αντηχώ 4. (για μέλη τού ανθρώπινου σώματος) πάλλομαι, τρέμω 5. φρ. «ἅλλομαι ἐπί τινι», εφορμώ, επιτίθεμαι εναντίον κάποιου 6. στη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»